ἀδευκής

Grammatical information: adj.
Meaning: unknown; said of ὄλεθρος, πότμος, φῆμις (Od.).
Dialectal forms: Myc. deukario \/Deukaliōn\/?
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [0] *deuk-? `to care'?
Etymology: Presupposes, like Πολυ-δεύκης, a noun *δεῦκος n., which is unknown. (Not to Lat. dūco etc., Lagercrantz KZ 35, 276). Cf. δεύκει φροντίζει H., ἐνδυκέως `careful'; ἀδευκής would then be `careless, rücksichtslos', which fits very well. In a Scholion on A. R. 1, 1027, δεῦκος is glossed as γλεῦκος, which seems most improbable. (Is there a mistake for ΓΔΕΥΚΟΣ?) - The name Δευκαλίων may come from *Λευκαλίων, s. Bechtel Lex. s. ἀδευκής.
Page in Frisk: 1,20

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αδευκής — ἀδευκής, ές (Α) 1. ο μη γλυκός, δηλ. ο πικρός, ο οδυνηρός, ο σκληρός 2. απρόβλεπτος, απροσδόκητος, απρόσμενος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., όπως αβέβαιη είναι γενικά και η σημασία του. Η σημ. «μη γλυκός, πικρός» οδηγεί σε ετυμολ. από ἀ στερητ. +… …   Dictionary of Greek

  • ἀδευκής — not sweet masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδευκῆ — ἀδευκής not sweet neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀδευκής not sweet masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀδευκής not sweet masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδευκεῖ — ἀδευκής not sweet masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀδευκής not sweet masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδευκέα — ἀδευκής not sweet neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀδευκής not sweet masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδευκές — ἀδευκής not sweet masc/fem voc sg ἀδευκής not sweet neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδευκέας — ἀδευκής not sweet masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδευκέες — ἀδευκής not sweet masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδευκέος — ἀδευκής not sweet masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευκής — δευκής, ές (Α) γλυκός. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. δευκής πιθ. κατ απόσπαση από το αδευκής*] …   Dictionary of Greek

  • δεύκος — δεῡκος ( ους), το (Α) το γλεύκος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για λ. πλασμένη από τους Σχολιαστές (βλ. και λ. αδευκής), παράλληλος τ. τού δευκής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.